Προσφορά!

ΕΝΘΥΜΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ ’50 ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

14,00 7,00

Κατηγορία:

Περιγραφή

Συγγραφέας: Ελένη Νάκου

Σελ. 224

Γρά­φει ὁ δά­σκα­λος Ἰ­ω­άν­νης Πε­ρι­στε­ρά­κης (†1970), στὸ τε­τρά­διο ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ τη­ρεῖ ἀ­νελ­λι­πῶς, πά­νω, εἰς τὰς Αἰ­ω­νί­ους Μο­νάς*
«Ἡ συγ­γρά­ψα­σα τὸ πα­ρὸν πό­νη­μα ἐ­γεν­νή­θη τῷ 1946 ἐν Ἡ­ρα­κλεί­ῳ Κρή­της καὶ, κα­τὰ ἐγ­κύ­ρους πλη­ρο­φο­ρί­ας, εὑ­ρί­σκε­ται εἰ­σέ­τι ἐν ζω­ῇ.
Ὡς νή­πιον ἦ­το συμ­πα­θὴς ἀλ­λὰ λί­αν ζω­η­ρά, ἐ­νί­ο­τε δὲ ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Ἠ­ρέ­σκε­το εἰς τὰ σκαρ­φα­λώ­μα­τα, πα­ρι­στά­νου­σα ἐν γέ­νει τὴν μα­ϊ­μοῦν, ἔ­τρε­φε δὲ τὴν φι­λο­δο­ξί­αν, ὡς ἡ ἰ­δί­α δι­έ­δι­δε, ἐν τῇ προ­ό­δῳ τῆς ἡ­λι­κί­ας νὰ γί­νῃ Χότ­ζας, λα­βοῦ­σα ἤ­δη πρὸς τοῦ­τον τὸ ὄ­νο­μα Να­στρα­δίν.
Ὁ δι­δά­σκα­λός της εἰς τὸ Β΄ Δη­μο­τι­κὸν Σχο­λεῖ­ον, ὁ συ­νά­δελ­φος καὶ φί­λος Γε­ώρ­γιος Τσαγ­κα­ρά­κης, με­τὰ τοῦ ὁ­ποί­ου συ­χνὰ ἀν­τηλ­λάσ­σα­μεν ἀ­πό­ψεις πε­ρὶ τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ συ­στή­μα­τος, ἀ­νε­φώ­νη «Πώ, πώ! Φω­τιὰ καὶ λαύ­ρα!­», ὁ­σά­κις εἰς τὴν συ­νε­δρί­αν τῶν δι­δα­σκά­λων τοῦ σχο­λεί­ου ἀ­νε­φέ­ρε­το τὸ ὄ­νο­μά της.
Ὡς μοῦ δι­η­γοῦν­ται οἱ ἀ­εί­μνη­στοι ἑλ­λη­νι­σταὶ καὶ κα­θη­γη­ταί της, εἰς τὸ ἀ­ξι­ό­λο­γον σχο­λεῖ­ον «Λύ­κει­ον ὁ Κο­ρα­ῆς», Με­νέ­λα­ος Παρ­λα­μᾶς καὶ Εὐ­ρι­πί­δης Τζωρ­τζα­κά­κης, συγ­κά­τοι­κοί μου πλέ­ον εἰς τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, κα­λὴ ἦ­το εἰς τὰ γράμ­μα­τα, καλ­λι­τέ­ρα δὲ καὶ ἐ­πι­νο­η­τι­κο­τέ­ρα οὖ­σα εἰς τὴν ἀ­τα­ξί­αν καὶ τὴν ἀ­πει­θαρ­χί­αν, ἀρ­κε­τὰς ἔ­χου­σα δρέ­ψει δάφ­νας εἰς αὐ­τοὺς τοὺς το­μεῖς.
Ὅ­ταν ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ κα­ταλ­λή­λου χρό­νου, ἐ­πλη­ρο­φο­ρή­θην ὅ­τι ἀν­τὶ διὰ Χότ­ζας, ἔ­γι­νε ἀρ­χι­τέ­κτων καὶ συ­νε­ζεύ­χθη με­τὰ ἀν­θε­κτι­κοῦ Ρου­με­λι­ώ­του ἰα­τροῦ. Ὁ Θε­ὸς νὰ τῷ δί­δει δύ­να­μιν καὶ ὑ­πο­μο­νήν!
Εἰς τὴν μέ­σην ἡ­λι­κί­αν, ἔ­χου­σα δι­έλ­θει βί­ον πο­λυ­τά­ρα­χον, ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴν, οὐ­χὶ καὶ πά­λιν διὰ τὸ χοτ­ζη­λί­κιον, ἀλ­λὰ διὰ τὴν πε­ζο­γρα­φί­αν. Ὁ κύ­ριος Με­νέ­λα­ος μὲ ἐ­πλη­ρο­φό­ρη­σεν ὅ­τι τὸ πα­ρὸν εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρον μυ­θι­στό­ρη­μά της. Διὰ τὸ πρῶ­τον, τὸ ὁ­ποῖ­ον ἐ­δι­ά­βα­σε, ἐ­ξε­φρά­σθη θε­τι­κῶς. Ἐ­γὼ τί νὰ εἴ­πω; H­a­b­e­a­nt s­ui f­u­ta l­i­b­e­li! Ἂς γρά­φει μή­πως καὶ ἀ­φή­σῃ, ἐ­πὶ τέ­λους, τὸν κό­σμον εἰς τὴν ἡσυχίαν του!».
………………………………………….
* Πῶς τὰ ἔμαθε αὐτὰ ὁ ἐκδότης; Ἔ, ἀπὸ τὸ μαρτυριάρικο τὸ γαλάζιο που­λάκι!